Τα τελευταία χρόνια οι συγκρούσεις στον εργασιακό χώρο αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο, είτε πρόκειται για εταιρεία με μεγάλο αριθμό εργαζομένων, είτε για μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Διαφωνίες τόσο ανάμεσα στους εργαζόμενους, όσο ανάμεσα στους εργαζόμενους και στη διοίκηση, σχετικά με το ωράριο, το μισθό ή τον καταμερισμό εργασίας μπορούν να δημιουργήσουν αρνητικό κλίμα, ενώ καθώς οι σύγχρονοι ρυθμοί επιβάλλουν την πολύωρη παραμονή των εργαζομένων στη δουλειά τους μέσα στην ημέρα, είναι φυσικό οι έριδες να εντείνονται. Ο χαμένος αυτός χρόνος μπορεί όχι μόνο να οδηγήσει σε μειωμένα έσοδα για τον εργοδότη, αλλά και να επηρεάσει αρνητικά την ψυχολογία του ίδιου του εργαζόμενου που λαμβάνει μέρος σε τέτοιες συγκρούσεις με αποτέλεσμα τη γενικότερη μείωση της παραγωγικότητάς του. Σύμφωνα με μελέτη της CPP Inc. που διεξήχθει στις ΗΠΑ, υπολογίζεται ότι ο μέσος εργαζόμενος δαπανά για επίλυση συγκρούσεων περίπου 2,1 ώρες της βδομάδα από το ωράριο του, ένα νούμερο που μεταφράζεται σε μία ημέρα τον μήνα. Στη Μεγάλη Βρετανία εκτιμάται ότι το ετήσιο κόστος για όλες τις επιχειρήσεις ανέρχεται σε 24 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας.

Η διαμεσολάβηση αποτελεί ένα θεσμό που ενδείκνυται για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους περιπτώσεων, αφού βασίζεται στις αρχές της εμπιστευτικότητας, της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Έτσι τόσο εργοδότης όσο και εργαζόμενος νιώθουν ασφαλείς ότι δε θα διαρρεύσουν μυστικά της επιχείρησης σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, αλλά και ότι θα προστατευθούν αποτελεσματικά τα ατομικά τους συμφέροντα. Συχνά το Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού (Human Resources) διαθέτει κατάλληλους συνεργάτες, οι οποίοι μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους περιστατικά. Όταν όμως λείπουν, η επιρροή ενός διαπιστευμένου διαμεσολαβητή μπορεί να αποβεί καταλυτική. Χάρη στη συμβολή του μπορoύν να βελτιωθούν οι σχέσεις ανάμεσα στους εργαζομένους, αλλά και ανάμεσα σε υπαλληλικό και διοικητικό προσωπικό, να αποφευχθεί η προσφυγή στη δικαστική οδό για διεκδίκηση αποζημιώσεων, αλλά και να μειωθεί η δημιουργία τέτοιου είδους συγκρούσεων στο μέλλον. Κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ο εργαζόμενος έχει την αίσθηση ότι «ακούγεται», ότι οι προβληματισμοί και οι ενστάσεις του γίνονται κατανοητές και ότι τελικώς υιοθετείται μαι λύση που τον ικανοποιεί. Τα παραπάνω αυξάνουν την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμησή του, την αίσθηση δέσμευσης του στην εταιρεία και κατ’επέκτασιν το βαθμό παραγωγικότητάς του.