Η διαδικασία της διαμεσολάβησης ενδείκνυται ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις ιατρικών σφαλμάτων, κυρίως διότι λόγω του εμπιστευτικού της χαρακτήρα προτιμάται από μέρη τα οποία επιθυμούν να αποφύγουν τη δημοσιότητα. Οι μεν ιατροί προτιμούν η υπόθεση να μη φτάσει στις αίθουσες των δικαστηρίων, διότι κάτι τέτοιο θα έπληττε τη φήμη και το επαγγελματικό τους κύρος, οι δε ασθενείς διότι δεν επιθυμούν οι λεπτομέρειες της υγείας τους και αυστηρώς προσωπικά δεδομένα να γίνουν γνωστά σε τρίτους.

 Επιπλέον ο χρόνος που συνήθως χρειάζεται για να τελεσιδικήσει μια απόφαση στα δικαστήρια εντείνει την ήδη κακή ψυχολογία και των δύο πλευρών, αφού ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναγκάζονται να ασχοληθούν με περιστατικά και καταστάσεις που συνήθως προτιμούν να ξεχάσουν και να αφήσουν πίσω τους. Η ιατρική διαμεσολάβηση αντίθετα προσφέρει τη δυνατότητα λύσης μέσα σε μόλις μια ημέρα, αποφορτίζοντας έτσι τους συμμετέχοντες από τα δυσάρεστα συναισθήματα θυμού και απογοήτευσης που θα τους προκαλέσει η ενασχόληση με το τυχόν ιατρικό σφάλμα. Ο διαμεσολαβητής άλλωστε είναι εκπαιδευμένος έτσι, ώστε να προσεγγίσει τα δύο μέρη με ψυχραιμία, λεπτότητα και αμεροληψία, αποφορτίζοντας το κλίμα και αυξάνοντας τις πιθανότητες να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση.

 Καθότι η διαμεσολάβηση είναι από τη φύση της μια διαδικασία που αφορά μόνο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί εφόσον υπάρχει ποινικό σκέλος της υπόθεσης. Αν όμως η μεριά του ασθενή δεν έχει ξεκινήσει κάποιου είδους ποινική διαδικασία, όπως μήνυση ή έγκληση και επιθυμεί να προχωρήσει μόνο κατά το αστικό μέρος, για παράδειγμα με αγωγή για αποζημίωση για ηθική βλάβη, τότε η διαμεσολάβηση είναι δυνατή.