Η πρωτοβουλία για τη συμμετοχή στη διαμεσολάβηση λαμβάνεται από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Αυτά αφού ενημερώσουν σχετικώς τους δικηγόρους τους για την επιθυμία τους να συμμετάσχουν σε διαμεσολάβηση, θα προβούν σε αναζήτηση διαμεσολαβητή. Όλα τα ονόματα των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών καθώς και πληροφορίες σχετικές με τη διαδικασία μπορούν να αναζητηθούν στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.diamesolavisi.gov.gr/. Τα μέρη μπορούν να αποφασίσουν να προσφύγουν στη διαδικασία είτε πριν ακολουθήσουν τη δικαστική οδό, είτε ακόμα και αν την έχουν ήδη ακολουθήσει, κατά τη διάρκεια δηλαδή της εκκρεμοδικίας. Στη δεύτερη περίπτωση η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο προκειμένου να διενεργηθεί η διαμεσολάβηση και η επόμενη δικάσιμος ορίζεται μετά από ένα τρίμηνο και όχι παραπάνω από εξάμηνο. Εφόσον τα μέρη αποφασίσουν να προσφύγουν στη διαδικασία, υπογράφεται το συμφωνητικό υπαγωγής στη διαμεσολάβηση, όπου εκτίθενται αναλυτικά οι όροι σύμφωνα με τους οποίους αυτή διεξάγεται και ορίζεται η ημέρα και ο χώρος που θα διενεργηθεί. Συνήθως η διαδικασία κρατάει 6 με 8 ώρες, οπότε είναι επιθυμητό οι δύο πλευρές να έχουν αφήσει ελεύθερη τη συγκεκριμένη μέρα από άλλες υποχρεώσεις. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή προκαταβάλλεται και η ενδεικτική ωριαία τιμή είναι 50 € για κάθε μέρος.

Η διαμεσολάβηση ξεκινά με μια κοινή συνεδρία, όπου τα μέρη παρουσία των δικηγόρων τους εκθέτουν τις απόψεις τους. Ο διαμεσολαβητής αφού ακούσει τους προβληματισμούς τους προχωρά στις κατ’ιδίαν συναντήσεις, οι οποίες γίνονται σε χωριστές αίθουσες. Κάθε μέρος δηλαδή αποσύρεται σε μια αίθουσα μαζί με τον δικηγόρο του και ο διαμεσολαβητής μιλάει διαδοχικά με κάθε μέρος ξεχωριστά στην αίθουσα στο οποίο αυτό βρίσκεται. Ακούει προσεκτικά τους προβληματισμούς των μερών και μεταφέρει τις προτάσεις του ενός μέρος στο άλλο. Δεν προτείνει κάποια λύση, ούτε παίρνει θέση, είναι απόλυτα ουδέτερος και αντικειμενικός και η όλη διαδικασία χαρακτηρίζεται από απόλυτη εχεμύθεια. Ρόλος του διαμεσολαβητή είναι να βοηθήσει τα μέρη να βρουν μια δική τους λύση. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους βρίσκονται μαζί τους για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους και να τους συμβουλέψουν, ενώ ο διαμεσολαβητής τους βοηθά να φτάσουν σε μια συμφωνία από την οποία θα μείνουν και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για έναν ειρηνοποιό.

Εφόσον λοιπόν ο διαμεσολαβητής έχει μεταφέρει από το ένα μέρος στο άλλο και από την μία αίθουσα στην άλλη μια πρόταση που φαίνεται να την αποδέχονται και οι δύο, στη συνέχεια καλεί τα μέρη σε μια ακόμα κοινή συνεδρία όπου οι δύο πλευρές συζητούν και πάλι μεταξύ τους και εφόσον συμφωνούν σε όλα, συντάσσεται το πρακτικό διαμεσολάβησης το οποίο περιέχει τους όρους στους οποίους συμφώνησαν. Μετά από επιθυμία κάποιου ή και των δύο μερών, το πρακτικό αυτό μπορεί να κατατεθεί στη γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου και από την κατάθεσή του σε αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο, έχει δηλαδή την ισχύ και το κύρος μιας δικαστικής απόφασης.