Η διαμεσολάβηση σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις ρυθμίζεται στην Ελλάδα από τις διατάξεις του Νόμου 3898/2010 (ΦΕΚ Α 211 16.12.2010), ο οποίος θέτει το θεσμικό πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών διαμεσολάβησης, προσαρμόζοντας την Ελληνική Νομοθεσία και εισάγοντας στην ελληνική έννομη τάξη τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και του Ευρωπαϊκου Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008.

Ο ανωτέρω Νόμος προβλέπει, κατά τόπο νομικά δεσμευτικό, όλες τις διαδικασίες που διέπουν την προσφυγή στην διαμεσολάβηση, τους φορείς κατάρτισης και πιστοποίησης, ως και τα αποτελέσματα και την εκτελεστότητα των συμφωνιών που προκύπτουν από αυτήν. Η θεσμοθέτηση λεπτομερέστατων προβλέψεων στον ως άνω Νόμο 3898/2010, που καθορίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο και νομικά δεσμευτικό την διεξαγωγή της διαδικασίας της διαμεσολάβησης αποτελεί ιδιαιτερότητα της εισαγωγής του θεσμού της διαμεσολάβησης στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς δεν απαντάται στις περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες, στις οποίες ο θεσμός της διαμεσολάβησης, αν και αναγνωρίζεται μεν ως μια μορφή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, δεν οριοθετείται αυστηρώς ως προς την διαδικασία εφαρμογής του.

Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, πέραν των ανωτέρω αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συβουλίου, έχει θεσμοθετηθεί και ισχύει ο ευρωπαϊκός κώδικας δεοντολογίας για τους ∆ιαμεσολαβητές, ο οποίος καθορίζει το γενικό πλαίσιο και αρχές της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, ως προσπάθεια των ευρωπαϊκών θεσμών να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών με παροχή φιλικών προς τον πολίτη υπηρεσιών, διαπόμενων από διαφάνεια και τηρώντας τα ύψιστα πρότυπα δεοντολογίας.

Ο Κώδικας αυτός αποτελεί κατά βάση πρότυπο του Ελληνικού Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών, που εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με την Υπουργική Απόφαση με Αριθ. Πρωτ. 109088 οικ./12.12.2011, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 107309/2012 Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β' 3417/21.12.2012, αποτελώντας έτσι νόμο του κράτους με υποχρεωτική τήρηση και με την κάθε παραβίαση των όρων αυτού να συνεπάγεται κυρώσεις, οι οποίες σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να φθάσουν και στην ανάκληση της διαπίστευσης ενός διαμεσολαβητή, σε αντίθεση με το μη δεσμευτικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού κώδικα δεοντολογίας.