Κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Αυτό σημαίνει ότι η κάθε πλευρά λαμβάνει μέρος στη διαδικασία μαζί με τον δικηγόρο της, ο οποίος παραμένει εκεί καθ’όλη τη διάρκεια της και η παρουσία του αυτή είναι υποχρεωτική. Σκοπός του παραστάτη δικηγόρου είναι να προστατέψει τα συμφέροντα του πελάτη του, ενώ ταυτόχρονα θα συνεργάζεται με τον διαμεσολαβητή με σκοπό ο εντολέας του και η αντίθετη πλευρά να έρθουν σε συμφωνία.

Σύμφωνα με το άρθρα 35 και 36 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει τον πελάτη και εντολέα του για τις δυνατότητες εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο θεσμός της διαμεσολάβησης, αλλά και να συμβάλλει στη διαδικασία προσφέροντας τις νομικές του συμβουλές προς όφελος αυτού. Εφόσον τα μέρη επιλέξουν να την ακολουθήσουν, ο δικηγόρος παραστάτης θα πρέπει να αποστείλει στον διαμεσολαβητή τα απαραίτητα έγγραφα, ώστε να λάβει γνώση για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, γεγονός που δεν θα πρέπει να του δημιουργεί ανασφάλεια, αφού η όλη διαδικασία καλύπτεται από απόλυτη εχεμύθεια. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος αμοίβεται για την εργασία του μέσω έκδοσης γραμματίου παράστασης σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κώδικα Δικηγόρων.

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ο διαμεσολαβητής ελέγχει την όλη διαδικασία. Καθ’ότι όμως παραμένει αντικειμενικός, ουδέτερος και αμερόληπτος, δεν θα ήταν δυνατό να προστατέψει ταυτόχρονα τα συμφέροντα των μερών. Αυτό ακριβώς καλείται να κάνει ο πληρεξούσιος δικηγόρος και ο ρόλος του είναι εξίσου σημαντικός με αυτόν του διαμεσολαβητή. Στην προσπάθεια του αυτή ωστόσο δεν θα πρέπει να δημιουργεί προσκόμματα στην εργασία του διαμεσολαβητή, αλλά να τον υποβοηθεί με γνώμονα πάντα τις επθυμίες του πελάτη του και με απώτερο στόχο τα μέρη να οδηγηθούν σε μια κοινή συμβιβαστική λύση. Ο διαμεσολαβητής είναι εκείνος που διευθύνει την πορεία των συζητήσεων και ο παραστάτης δικηγόρος καθίσταται πολύτιμος αρωγός αυτής.