Πώς εξασφαλίζω τα συμφέροντά μου μέσω της διαμεσολάβησης;

Τα μέρη που μετέχουν σε μία διαμεσολάβηση έχουν την υποστήριξη του διαμεσολαβητή και του δικηγόρου τους.

Ο διαμεσολαβητής είναι ένας ουδέτερος και ανεξάρτητος τρίτος, που βοηθά τα μέρη μέσα σε πλαίσιο, ισότητας και σε περιβάλλον εμπιστευτικότητας και αποφόρτισης της διαφοράς τους να φθάσουν σε μία κοινή συμφωνία τια την επίλυση της διαφοράς τους.

Ο διαπιστευμένος διαμεσολαβητής έχει λάβει την προβλεπόμενη από το νόμο εκπαίδευση, ώστε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείριση των μερών κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εκτός από τον διαμεσολαβητή τα μέρη που μετέχουν στη διαμεσολάβηση παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει την ευθύνη να συμβουλεύσει το μέρος που εκπροσωπεί για τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση επίτευξης ή μη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εχει επίσης την ευθύνη να αποτυπώσει σε συνεργασία με τον δικηγόρο του άλλου μέρους τη συμφωνία των μερών, σε περίπτωση θετικής έκβασης της διαμεσολάβησης στο σχετικό πρακτικό.

Τέλος, αν το μέρος που μετέχει στη διαμεσολάβηση δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο σχέδιο συμφωνίας μπορεί ελεύθερα να το απορρίψει και να μην το προσυπογράψει, όπως και να αποχωρήσει από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής.

Η ευελιξία αυτή είναι και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.

Τα μέρη μπορούν ελεύθερα, χωρίς δυσμενείς συνέπειες να διερευνήσουν την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς τους, χωρίς τις αναπότρεπτες συνέπειες που έχει μία δικαστική ή διαιτητική απόφαση, χωρίς να κινδυνεύουν να προσχωρήσουν σε μία συμφωνία αγνοώντας τα νομικά επακόλουθα αυτής.

Τα μέρη που μετέχουν σε μία διαμεσολάβηση έχουν την υποστήριξη του διαμεσολαβητή και του δικηγόρου τους.

Ο διαμεσολαβητής είναι ένας ουδέτερος και ανεξάρτητος τρίτος, που βοηθά τα μέρη μέσα σε πλαίσιο, ισότητας και σε περιβάλλον εμπιστευτικότητας και αποφόρτισης της διαφοράς τους να φθάσουν σε μία κοινή συμφωνία τια την επίλυση της διαφοράς τους.

Ο διαπιστευμένος διαμεσολαβητής έχει λάβει την προβλεπόμενη από το νόμο εκπαίδευση, ώστε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείριση των μερών κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εκτός από τον διαμεσολαβητή τα μέρη που μετέχουν στη διαμεσολάβηση παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει την ευθύνη να συμβουλεύσει το μέρος που εκπροσωπεί για τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση επίτευξης ή μη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εχει επίσης την ευθύνη να αποτυπώσει σε συνεργασία με τον δικηγόρο του άλλου μέρους τη συμφωνία των μερών, σε περίπτωση θετικής έκβασης της διαμεσολάβησης στο σχετικό πρακτικό.

Τέλος, αν το μέρος που μετέχει στη διαμεσολάβηση δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο σχέδιο συμφωνίας μπορεί ελεύθερα να το απορρίψει και να μην το προσυπογράψει, όπως και να αποχωρήσει από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής.

Η ευελιξία αυτή είναι και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.

Τα μέρη μπορούν ελεύθερα, χωρίς δυσμενείς συνέπειες να διερευνήσουν την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς τους, χωρίς τις αναπότρεπτες συνέπειες που έχει μία δικαστική ή διαιτητική απόφαση, χωρίς να κινδυνεύουν να προσχωρήσουν σε μία συμφωνία αγνοώντας τα νομικά επακόλουθα αυτής.