Αυτή είναι η πρώτη και βασική απορία όλων που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την διαμεσολάβηση. «Γιατί σε χρειάζομαι; Δεν μπορώ να βρω τη λύση μόνος μου αν θέλω; Άλλωστε, οι δικηγόροι μας έχουν μιλήσει ήδη τηλεφωνικά, μήπως και γινόταν να συμβιβαστούμε» - με την λογική ότι αν τα μέρη μπορούσαν να έχουν βρει μια λύση απλώς συζητώντας, θα το είχαν ήδη κάνει.

Κύρια ευθύνη του διαμεσολαβητή είναι να διαχειριστεί έναν δύσκολο διάλογο, με σκοπό να αυξηθεί η κατανόηση ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη και να βρεθούν αμοιβαία αποδεκτές λύσεις στα ζητήματα επί των οποίων αυτά διαφωνούν. Ο διαμεσολαβητής λειτουργεί ως καταλύτης, αφού η συμμετοχή του αλλάζει την δυναμική της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα μέρη.

Αρχικά, κανονίζει μια σωστά δομημένη και οργανωμένη συνάντηση, που να παρέχει σε όλους τους συμμετέχοντες άνεση και ασφάλεια. Θα φροντίσει να έχουν τα μέρη την δυνατότητα να ακουστούν, να εκφράσουν πλήρως τις ανησυχίες τους και να μιλήσουν για όλα όσα αισθάνονται ότι σχετίζονται με την διαφορά τους.

Είναι λογικό οι εμπλεκόμενοι σε μία διαφορά να έχουν ήδη σχηματισμένες ιδέες και απόψεις για το τι έχει συμβεί, και τα συναισθήματα που έχουν προκύψει από την διαφορά αυτήν να είναι δυνατά. Ο διαμεσολαβητής φροντίζει ώστε να μεταδίδει τα μηνύματα από την μία πλευρά προς την άλλη, με τρόπο ώστε τα μέρη να κατανοούν το ένα το άλλο, αλλά χωρίς να αποκρύπτονται ή να συγκαλύπτονται οι πληροφορίες. Ορίζεται έτσι ένα νέο πλαίσιο επικοινωνίας.

Επιπλέον, δουλειά του διαμεσολαβητή είναι καθένας από τους συμμετέχοντες να κατανοήσει τους έμμεσους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούν οι άνθρωποι, ώστε να δοθεί βάρος σε αυτά που έχουν πραγματική σημασία για τα μέρη.

Ακόμη μια ευθύνη του διαμεσολαβητή είναι να διευρύνει το φάσμα των μέσων που χρησιμοποιούν τα μέρη για την επίλυση της διαφοράς τους, και να βοηθήσει να σκεφτούν πρωτότυπες λύσεις ανοίγοντας την προοπτική τους. Θα είναι ρεαλιστής ως προς την δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας, χωρίς, βέβαια, να γίνεται αποτρεπτικός, και θα προσπαθεί να καταστήσει φανερό στα μέρη το γιατί μία συγκεκριμένη λύση ίσως δεν καταφέρει να εφαρμοστεί στην πράξη. Θα δουλέψει, επίσης, στην κατεύθυνση του να διασαφηνιστούν ενδεχόμενα θολά σημεία, ασάφειες και γενικότητες.

Τέλος, σε δύσκολες διαπραγματεύσεις, όπου το διακύβευμα είναι μεγάλο, ή η συναισθηματική φόρτιση των μερών έντονη, ο διαμεσολαβητής ενδέχεται να λειτουργήσει και ως «αλεξικέραυνο» για τις ανησυχίες των μερών. Αυτό είναι μια φυσιολογική διαδικασία και σε καμία περίπτωση δεν σχετίζεται με τις ικανότητες του διαμεσολαβητή ως επαγγελματία, ή με τους «καλούς τρόπους» και την ευγένεια των μερών.

Διαβάστε Περισσότερα ...

Μια περίπτωση επιχειρηματικής διαφοράς, η οποία έλαβε χώρα στο Λονδίνο το 1990 αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση στην οποία διαφαίνεται η αξία της διαμεσολάβησης και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να οδηγήσει σε συμφωνία από την οποία και οι δύο πλευρές βγαίνουν κερδισμένες. Εκείνη τη χρονιά ένα φορτίο με πορτοκάλια από το Ισραήλ έφτασε στο Λονδίνο. Περιέργως για την παραλαβή του παρουσιάστηκε όχι μία, αλλά δύο εταιρείες που διεκδικούσαν το φορτίο του,η Tropicana Orange Juice και η G. Wilking & Sons. Κάθε μία είχε τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα και ισχυριζόταν ότι εκείνη ήταν η κύρια του φορτίου, οπότε και οι δύο εταιρείες κατέθεσαν ασφαλιστικά μέτρα διεκδικώντας το. Ωστόσο μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση οι μέρες περνούσαν και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος το φορτίο να χαθεί, αφού τα πορτοκάλια θα σάπιζαν, ενώ και οι δύο εταιρείες έχαναν χρήματα καταβάλλοντας κάθε μέρα ένα ποσό για το χρόνο που παρέμενε το φορτίο στο λιμάνι. Έτσι αποφασίστηκε να καταφύγουν στη λύση της διαμεσολάβησης, η οποία μόλις είχε αρχίσει τότε να εφαρμόζεται στην Αγγλία, προκειμένου να λυθεί το ζήτημα σε συντομότερο χρονικό διάστημα.

Αν οι εταιρείες είχαν επιμείνει στη δικαστική οδό, ο δικαστής θα αποφάσιζε με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα και θα καθόριζε ποιά από τις δύο είχε το ισχυρότερο δικαίωμα κυριότητας. Αν πάλι είχαν αποφασίσει να προσφύγουν σε διαιτησία, ο διαιτητής προσπαθώντας να βρει μια δίκαιη λύση, το πιθανότερο ήταν να αποφάσιζε να δοθεί μισό φορτίο στην μία εταιρεία και μισό στην άλλη. Ο ρόλος του διαμεσολαβητή όμως ήταν να βρει μια λύση που θα αποδέχονταν και οι δύο πλευρές και από την οποία θα έμεναν και οι δύο εξίσου ευχαριστημένες. Έτσι κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης προσπαθώντας να εντοπίσει τα συμφέροντα των δύο εταιρειών ρώτησε για ποιό λόγο χρειάζονταν τα πορτοκάλια. Η μεν Tropicana Orange Juice απάντησε ότι χρειαζόταν το χυμό τους γιατί παρήγαγε χυμούς πορτοκάλι, ενώ η G. Wilking & Sons απάντησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το φλοιό τους, γιατί παρήγαγε μαρμελάδες πορτοκάλι... Η λύση λοιπόν ήταν προφανής και οι δύο εταιρείες μοιράστηκαν το φορτίο κρατώντας το μέρος εκείνο των πορτοκαλιών που χρειάζονταν. Η χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποιείται από τους Άγγλους σε αυτές τις περιπτώσεις είναι: “win-win situation” και εκφράζει όλη την ουσία της διαμεσολάβησης, μια διαδικασία με την οποία και οι δύο πλευρές μένουν ευχαριστημένες, γιατί νιώθουν ότι πήραν αυτό που ήθελαν.

Τα μέρη που μετέχουν σε μία διαμεσολάβηση έχουν την υποστήριξη του διαμεσολαβητή και του δικηγόρου τους.

Ο διαμεσολαβητής είναι ένας ουδέτερος και ανεξάρτητος τρίτος, που βοηθά τα μέρη μέσα σε πλαίσιο, ισότητας και σε περιβάλλον εμπιστευτικότητας και αποφόρτισης της διαφοράς τους να φθάσουν σε μία κοινή συμφωνία τια την επίλυση της διαφοράς τους.

Ο διαπιστευμένος διαμεσολαβητής έχει λάβει την προβλεπόμενη από το νόμο εκπαίδευση, ώστε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείριση των μερών κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εκτός από τον διαμεσολαβητή τα μέρη που μετέχουν στη διαμεσολάβηση παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει την ευθύνη να συμβουλεύσει το μέρος που εκπροσωπεί για τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση επίτευξης ή μη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εχει επίσης την ευθύνη να αποτυπώσει σε συνεργασία με τον δικηγόρο του άλλου μέρους τη συμφωνία των μερών, σε περίπτωση θετικής έκβασης της διαμεσολάβησης στο σχετικό πρακτικό.

Τέλος, αν το μέρος που μετέχει στη διαμεσολάβηση δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο σχέδιο συμφωνίας μπορεί ελεύθερα να το απορρίψει και να μην το προσυπογράψει, όπως και να αποχωρήσει από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής.

Η ευελιξία αυτή είναι και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.

Τα μέρη μπορούν ελεύθερα, χωρίς δυσμενείς συνέπειες να διερευνήσουν την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς τους, χωρίς τις αναπότρεπτες συνέπειες που έχει μία δικαστική ή διαιτητική απόφαση, χωρίς να κινδυνεύουν να προσχωρήσουν σε μία συμφωνία αγνοώντας τα νομικά επακόλουθα αυτής.

Τα μέρη που μετέχουν σε μία διαμεσολάβηση έχουν την υποστήριξη του διαμεσολαβητή και του δικηγόρου τους.

Ο διαμεσολαβητής είναι ένας ουδέτερος και ανεξάρτητος τρίτος, που βοηθά τα μέρη μέσα σε πλαίσιο, ισότητας και σε περιβάλλον εμπιστευτικότητας και αποφόρτισης της διαφοράς τους να φθάσουν σε μία κοινή συμφωνία τια την επίλυση της διαφοράς τους.

Ο διαπιστευμένος διαμεσολαβητής έχει λάβει την προβλεπόμενη από το νόμο εκπαίδευση, ώστε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείριση των μερών κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εκτός από τον διαμεσολαβητή τα μέρη που μετέχουν στη διαμεσολάβηση παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος έχει την ευθύνη να συμβουλεύσει το μέρος που εκπροσωπεί για τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση επίτευξης ή μη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εχει επίσης την ευθύνη να αποτυπώσει σε συνεργασία με τον δικηγόρο του άλλου μέρους τη συμφωνία των μερών, σε περίπτωση θετικής έκβασης της διαμεσολάβησης στο σχετικό πρακτικό.

Τέλος, αν το μέρος που μετέχει στη διαμεσολάβηση δεν συμφωνεί με το προτεινόμενο σχέδιο συμφωνίας μπορεί ελεύθερα να το απορρίψει και να μην το προσυπογράψει, όπως και να αποχωρήσει από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής.

Η ευελιξία αυτή είναι και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.

Τα μέρη μπορούν ελεύθερα, χωρίς δυσμενείς συνέπειες να διερευνήσουν την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς τους, χωρίς τις αναπότρεπτες συνέπειες που έχει μία δικαστική ή διαιτητική απόφαση, χωρίς να κινδυνεύουν να προσχωρήσουν σε μία συμφωνία αγνοώντας τα νομικά επακόλουθα αυτής.

 

Η διαμεσολάβηση είναι μία συναινετική διαδικασία στην οποία τα μέρη μετέχουν ελεύθερα.

Κάθε μέρος που μετέχει στη διαμεσολάβηση μπορεί οποτεδήποτε να απορρίψει το πρακτικό διαμεσολάβησης και να μην το προσυπογράψει, όπως και να αποχωρήσει από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής.

Σε περίπτωση αποτυχίας της διαμεσολάβησης τα μέρη έχουν τις κλασσικές επιλογές της επιστροφής στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών τους, σε διαιτησία, αν έχουν προσυπογράψει σχετική ρήτρα, ή σε δικαστική διαμεσολάβηση.

Η ευελιξία αυτή είναι και ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, διότι δεν αποστερεί τη δικαστική προστασία από τα μέρη που μετέχουν σ’ αυτή. Αντίθετα τους προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνήσουν την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς τους, αποφασίζοντας οι ίδιοι για το περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας.

 

Ο διαμεσολαβητής δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να παρέχει νομικές συμβουλές στα μέρη που μετέχουν στη διαμεσολάβηση.

Ο διαμεσολαβητής δεν έχει το ρόλο του νομικού συμβούλου στη διαμεσολάβηση. Το ρόλο αυτό έχουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών, που παρίστανται υποχρεωτικά στη διαδικασία αυτή.

Αλλωστε οι διαμεσολαβητές κατέχουν μεν πτυχίο ΑΕΙ, δεν έχουν όμως όλοι νομική παιδεία.

Ο ρόλος του διαμεσολαβητή δεν είναι να συμβουλεύει τα μέρη, αλλά να τα βοηθά, μέσα σε πλαίσιο ουδετερότητας, νηφαλιότητας και εμπιστευτικότητας να αποφορτίσουν τη μεταξύ τους διαφορά, να δουν τα πλεονεκτήματα επίτευξης μιας συναινετικής λύσης από το να διαιωνίζεται μία διαφορά και να προχωρήσουν σε μία αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία.

 

Από τη στιγμή που τα μέρη συμφωνήσουν να υπαγάγουν τη διαφορά τους σε διαμεσολάβηση, γίνεται επαφή των δικηγόρων με τον διαμεσολαβητή, συντάσσεται και υπογράφεται το συμφωνητικό υπαγωγής στη διαμεσολάβηση και συγκροτείται με ευθύνη των δικηγόρων των μερών ο φάκελος της υπόθεσης που δίνεται στον διαμεσολαβητή για να ενημερωθεί για τη διαφορά.

Αυτή καθεαυτή η διαδικασία της διαμεσολάβησης διαρκεί μερικές ώρες και ολοκληρώνεται μέσα σε μία μέρα.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων της διαφοράς, όπως αν απαιτείται η παρέμβαση ειδικών τεχνικών συμβούλων η διαμεσολάβηση μπορεί να παραταθεί μέχρι την επόμενη μέρα.

Προκύπτει δηλαδή ότι η διαμεσολάβηση είναι η συντομότερη λύση για την επίλυση μιας διαφοράς.

 

Κατ' αρχάς, ο διαμεσολαβητής οφείλει σε κάθε περίπτωση να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο αμοιβής του και δεν αποδέχεται την αποστολή του προτού όλα τα μέρη της εκάστοτε διαφοράς συμφωνήσουν με τις αρχές που ισχύουν για την αμοιβή του.
Ο διαμεσολαβητής αμείβεται με ωριαία αντιμισθία και για 24 κατ' ανώτατο όριο ώρες, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο χρόνος προετοιμασίας του για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Τα μέρη και ο διαμεσολαβητής μπορούν να συμφωνήσουν διαφορετικό τρόπο αμοιβής (αρθρ. 12 παρ. 1 Ν.3898/2010).

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή βαρύνει τα μέρη κατ' ισομοιρία, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Κάθε μέρος βαρύνεται με την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (αρθρ. 12 παρ. 2 Ν.3898/2010).

Με την με αριθμό Κ.Υ.Α. 1460οικ/27-01-2012 ΦΕΚ 281/13.2.2012 καθορίστηκε το ύψος της ωριαίας αντιμισθίας για την αμοιβή του Διαμεσολαβητή, στο ποσό των εκατό (100) ευρώ.

Εκτός από την αμοιβή του διαμεσολαβητή, τα μέρη καταβάλουν το καθένα την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του και τα μικροέξοδα της διαδικασίας.

 

Ναι. Ο νόμος (αρθρ. 8 παρ.1 Ν.3898/2010), ορίζει ότι τα μέρη παρίστανται στη διαδικασία διαμεσολάβησης με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο δικηγόρος είναι το πρόσωπο που ενημερώνει τον πελάτη του για τη δυνατότητα διευθέτησης της υπόθεσής του μέσω της Διαμεσολάβησης..

Κατά τη διάρκεια της Διαμεσολάβησης, ο φυσικός ρόλος του δικηγόρου, δηλαδή αυτός του νομικού συμβούλου, δεν αλλάζει. Ο δικηγόρος εξακολουθεί να έχει τον ίδιο στόχο, δηλαδή την ευνοϊκότερη για τον πελάτη του έκβαση της υποθέσεως (ύστερα, φυσικά, από την συνεκτίμηση των εξόδων και των κινδύνων που είναι συνυφασμένοι με την προσφυγή στα δικαστήρια).
Περαιτέρω, οι δικηγόροι των μερών είναι αρμόδιοι για την διευθέτηση πρακτικών ζητημάτων που έχουν σχέση με την διαμεσολαβητική διαδικασία. Ενδεικτικά, επιλέγουν τον Διαμεσολαβητή, καθορίζουν τον χρόνο και τον τόπο που θα διεξαχθεί η Διαμεσολάβηση, καταθέτουν οι δικηγόροι ένα μικρό ιστορικό με την υπόθεση και τα επιχειρήματά τους και δίδουν και επιπλέον διευκρινήσεις, αν τους ζητηθεί από τον Διαμεσολαβητή, ορίζουν ποιοι εκ των μερών θα παρασταθούν στη Διαμεσολάβηση, προετοιμάζουν τον πελάτη του για την παράσταση στην διαμεσολάβηση και τα τυχόν άλλα άτομα που θα παρασταθούν (σύζυγοι, τεχνικοί σύμβουλοι κλπ), εφόσον επιτευχθεί συμφωνία συντάσσουν το πρακτικό Διαμεσολάβησης κ.ο.κ.

 

Ναι. Ο νόμος (αρθρ. 3 παρ.1 εδ. α Ν.3898/2010), ορίζει ότι διαμεσολάβηση είναι δυνατή αν τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης πριν ή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.

Ορίζεται ακόμη ότι η προσφυγή στη διαμεσολάβηση αποκλείει προσωρινά και μέχρι περατώσεώς της τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων.

Τέλος ο νόμος ορίζει ότι το δικαστήριο στο οποίο είναι εκκρεμής η υπόθεση μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν το δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου.

Συνεπώς η προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν εμποδίζει την προσφυγή στη διαμεσολάβηση, αντίθετα μπορεί ακόμη και να αναβληθεί η διαδικασία αναμένοντας το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης.

Αυτό δείχνει ότι ο ίδιος ο νομοθέτης τοποθετεί τη διαμεσολάβηση ως προτιμητέα λύση σε σχέση με την αντιδικία.