Δικηγόρος : Αναγκαίος Παράγοντας Στη Διαμεσολάβηση

Σύμφωνα με τον νόμο, στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης, κάθε πλευρά πρέπει να παρίσταται με τον δικηγόρο της.

«Γιατί;», αναρωτιούνται πολλοί ενδιαφερόμενοι. «Αφού στη Διαμεσολάβηση, εγώ αποφασίζω το περιεχόμενο της συμφωνίας, δεν γίνεται να μην φέρω τον δικηγόρο μου, ώστε να μειωθούν τα έξοδά μου; Άλλωστε και εσείς Νομική έχετε σπουδάσει», λέει στον διαμεσολαβητή.

Πράγματι, στην Διαμεσολάβηση ο άμεσα εμπλεκόμενος, με την καταλυτική συνδρομή του διαμεσολαβητή, μπορεί να πάρει στα χέρια του την υπόθεσή του, και να συνδιαμορφώσει με την άλλη πλευρά μια συμφωνία που θα τους καλύπτει στις ιδιαίτερες συνθήκες και την δυναμική της σχέσης τους. Ο διαμεσολαβητής, όμως, ενώ δύναται στο πλαίσιο τις εργασίας του να επισημάνει στον ενδιαφερόμενο «έχετε σκεφτεί τι θα συμβεί αν…», εν τούτοις οφείλει να παραμένει ο «ουδέτερος τρίτος» και δεν θα προχωρήσει σε νομικές συμβουλές και προειδοποιήσεις.
Πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη ότι κλείνοντας μια συμφωνία και υπογράφοντας ένα ιδιωτικό συμφωνητικό (ή ένα «Πρακτικό Διαμεσολάβησης»), ο υπογράφων συμφωνεί σε όσα έχουν καταγραφεί, αλλά και σε όσα αποτελέσματα επιφέρει ο νόμος βάσει αυτών που έχουν καταγραφεί.
Για παράδειγμα, σε μια διαμεσολάβηση, υπάρχουν πολλά θέματα που εκφεύγουν της δικαιοδοτικής ευχέρειας των διαδίκων και ρυθμίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό από το Νόμο. Το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει κάθε διαμεσολάβηση είναι κάτι που τα εμπλεκόμενα μέρη ως μη νομικοί δεν γνωρίζουν και χρειάζονται την συμβουλή και την συμβολή του νομικού τους παραστάτη έτσι ώστε να διαφυλαχθούν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Σε μια οικογενειακή διαμεσολάβηση, για παράδειγμα, οι πιο πολλοί εμπλεκόμενοι δεν γνωρίζουν ότι οι περισσότερες διατάξεις του οικογενειακού δικαίου είναι δημόσιας τάξης. Η δεσμευτικότητά τους οφείλεται στο αυξημένο πολιτειακό ενδιαφέρον για την οικογένεια και τις οικογενειακές σχέσεις. Ο αναγκαστικός χαρακτήρας του οικογενειακού δικαίου συνεπάγεται την ακυρότητα συμφωνιών αντίθετων με τις αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα. Έτσι τυχόν συμφωνία των μερών στο πλαίσιο οικογενειακής διαμεσολάβησης περί π.χ. του επωνύμου των τέκνων ή περί αναγνώρισης τέκνου είναι άκυρη καθώς θεσπίζεται υποχρεωτικός συστατικός τύπος για τις δικαιοπραξίες αυτές και ο θεσμικός ρόλος του νομικού παραστάτη είναι να διευκρινίσει και να διαφυλάξει τον πελάτη του από επίτευξη συμφωνίας άκυρης εν όλω ή εν μέρει.
Επομένως, η παρουσία του νομικού παραστάτη στη Διαμεσολάβηση είναι παραπάνω από αναγκαία, καθότι χρειάζεται ο ενδιαφερόμενος να γνωρίζει τι συνεπάγονται βάσει νόμου αυτά στα οποία συμφωνεί – τι, δηλαδή, συμπεριλαμβάνει ο νόμος αυτόματα στην συμφωνία που υπογράφει.
Ο δικηγόρος έχει την ικανότητα να βλέπει την προς κατάρτιση συμφωνία, μέσα από τα μάτια ενός δικαστή. Έχει εκπαιδευτεί σε αυτήν την κατεύθυνση, και αυτό ακριβώς είναι που επιτάσσει ο ρόλος του ως νομικού παραστάτη Η συμβολή του είναι εμφανής, αφού αυτός είναι που θα προστατεύσει τον πελάτη του για την περίπτωση που προκύψει ένα αρνητικό σενάριο στο μέλλον.
Και, σε ό,τι αφορά στη Διαμεσολάβηση, εκεί ο ρόλος του δικηγόρου τελειώνει κιόλας.
Δεν χρειάζεται να καταφέρει να κερδίσουν την υπόθεση, να νικήσει κάποιον «αντίπαλο», ή να ισοπεδώσει τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, προκειμένου να αποδειχτεί η επαγγελματική του δεινότητα και επάρκεια.
Η Διαμεσολάβηση είναι μία διαφανής διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας καθίσταται φανερός ο κόπος και η δουλειά του δικηγόρου, που σε άλλη περίπτωση ούτε φαίνεται, ούτε και αμοίβεται. Η έρευνα της νομολογίας, και η διάκριση στην επιλογή των εφαρμοστέων διατάξεων (που κατά κανόνα λαμβάνουν χώρα στο γραφείο του δικηγόρου μετά από το ραντεβού με τον πελάτη του αλλά πριν από την εκκίνηση της διαδικασίας στο δικαστήριο), στην Διαμεσολάβηση γίνεται μπροστά στα μάτια του πελάτη.
Στις περισσότερες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου, λόγω της σύντομης χρονικά ενασχόλησης του δικαστή με την υπόθεση, ο πελάτης σχηματίζει μία εικόνα ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να καταθέσει όσα είχε στο μυαλό του που ήταν, για εκείνον, κομβικά, και ότι ο δικηγόρος του είχε ζητήσει πολλά χρήματα ενώ για εκείνον η υπόθεση ήταν τόσο εύκολη που την «ξεπέταξε». Στη Διαμεσολάβηση, αντίθετα, αφενός επενδύεται χρόνος στην διερεύνηση της υπόθεσης από πολλές πλευρές, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ο ενδιαφερόμενος ότι έχει πραγματικά «ακουστεί» από τον διαμεσολαβητή, αφετέρου διαπιστώνει με τα ίδια του τα μάτια την ετοιμότητα και το ενδιαφέρον του δικηγόρου του σχετικά με τον υπόθεση. Έτσι, εγκαθιδρύεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ τους, ενισχύεται ο επαγγελματικός δεσμός τους για μελλοντικές συνεργασίες, και καταβάλλεται η οφειλόμενη αμοιβή με μεγαλύτερη προθυμία.
Πέρα από την προαναφερθείσα αρμοδιότητα του δικηγόρου να προειδοποιεί τον πελάτη του σχετικά με τις συνέπειες μιας πιθανής επιλογής, οι ενδιαφερόμενοι αφήνονται ελεύθεροι να εστιάσουν στα θετικά, και στις ευκαιρίες που μπορούν να δημιουργήσουν με την άλλη πλευρά σε προσωπικό ή επιχειρηματικό επίπεδο.
Αυτό, δηλαδή, που δεν αποτελεί ρόλο του δικηγόρου στη Διαμεσολάβηση, είναι η αντιδικία και η επίδειξη της δύναμης του πελάτη του – διότι σκοπός της Διαμεσολάβησης είναι να βρεθεί μία όχι κοινά αποδεκτή (όπως συμβαίνει στον εξωδικαστικό συμβιβασμό), αλλά μια κοινά συμφέρουσα λύση για τα δύο μέρη. Και ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν ο δικηγόρος προειδοποιεί, βεβαίως, συγκεκριμένα και επισταμένως για τα αρνητικά ενδεχόμενα, αλλά δεν ακυρώνει τα θετικά.
Η παρακάτω σημείωση θα ενδυναμώσει την άποψη αυτή: βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από το γραφείο του Πρωτοδικείου Αθηνών όπου κατατίθενται τα Πρακτικά Διαμεσολάβησης, για το 2016 δεν εκδόθηκε κανένα απόγραφο για την εφαρμογή των αποφάσεων που προέκυψαν από Διαμεσολάβηση. Όλα τα Πρακτικά, δηλαδή, τηρήθηκαν αυτοβούλως, χωρίς να φτάσουν τα μέρη στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Είναι αξιοθαύμαστο πόσο πιο συνεργάσιμοι είναι οι άνθρωποι στη διαμόρφωση μιας συμφωνίας, εφόσον νιώσουν ότι ακούγονται. Και είναι αξιοθαύμαστο πόσο πιο πρόθυμα τηρούν τα συμφωνηθέντα, εφόσον έχουν συμβάλει ενεργά και έχουν εκουσίως αποδεχτεί τους όρους.